Πρώτη του Ιούλη, της Διονυσίας Ζήκα

Πάνω στην άμμο την ψιλή, σ’ έρημη παραλία

Να λιάσω το κορμάκι μου είχα την ευκαιρία

Χρυσίζανε τα βότσαλα, καίγανε οι πετρούλες

Και πέρα δώθε πήγαιναν μες στο νερό οι βαρκούλες

Αρμένιζαν στη θάλασσα περήφανες οι βάρκες

Γύρω από τους λουόμενους ψαράκια κάναν τσάρκες

Και χάιδευε τη μύτη μου θαλασσινή αλμύρα

Είχα για να δροσίζομαι και παγωμένη μπύρα

Άκουγα κι απ΄ το κινητό ερωτικά τραγούδια

Σαν να ΄μουν στου παράδεισου τους κήπους με λουλούδια

Τέτοια μες στην ψυχούλα μου μεγάλη ευτυχία

Είχα καιρό να αισθανθώ γαλήνη κι ευφορία

Απλώθηκα, μαζεύτηκα λιάζοντας το κορμί μου

Χαλάρωσε το σώμα μου, λύθηκε η ψυχή μου

Κι όταν απομεσήμερο εζήλεψα βαρκάδα

Έδωσα μια κι ανέβηκα με παιδική ζωηράδα

Σ’ ένα πλεούμενο μικρό που ήτανε μπλε βαμμένο

Όχι δικού ή απλού γνωστού, ανήκε σ’ έναν ξένο

Κι όπως με χάιδευαν γλυκά του ήλιου οι αχτίδες

Πλημμύρισαν τα μάτια μου άσπρες και ροζ κουκκίδες

Και χάθηκα μονοστιγμής στα χέρια του Μορφέα

Και εταξίδευεν ο νους σε μονοπάτια ωραία

Πήγαινε το πλεούμενο μόνο με τον αέρα

Κινούνταν ασταμάτητα ως νά βρει μία ξέρα

Μόνο του εσταμάτησε σ΄ ένα μικρό νησάκι

Καταμεσής του πουθενά νησί μ΄ ένα σπιτάκι

Καθόλου δε φοβήθηκα, δε χτύπαγε η καρδιά μου

Μόν΄ άφησα λίγα λεπτά να πλανηθεί η ματιά μου

Για να χαρώ την ομορφιά, τα δένδρα, τη δροσιά τους

Να φυλακίσω στο μυαλό και σα βρεθώ μακριά τους

Να ΄χω ν΄ αναστοχάζομαι τα βότσαλα της άμμου

Που άρχισα να παρατηρώ πέφτοντας τότε χάμου

Καθώς κρατώ στα χέρια μου λευκό, μικρό κοχύλι

Παγώνει το χαμόγελο στο ξεραμένο χείλι

Ανοίγει η πόρτα ξαφνικά και βλέπω μια γοργόνα

Με λέπια διάφανα, στιλπνά, μαλλιά ως τον αγκώνα

“Καλώς την ξένη” μου μηνά με νάζι και με γλύκα

Κι εγώ από φόβο τρέμοντας κάτι να πω δε βρήκα

Υπάρχουνε πραγματικά στη γη μας οι γοργόνες

Ζουν σε στεριά ή θάλασσα, είναι πολλές ή μόνες

Σκεφτόμουν κι έλεγα πως μπα θα πρέπει να κοιμάμαι

Όνειρο είναι σίγουρα ξυπνώντας θα θυμάμαι

Άκου μου λέει να σου πω και βάλ’ το στο μυαλό σου

Εγώ έχω ένα μυστικό, τώρα θα το ειπώ σου

Ρωτώ αυτούς που συναντώ γι΄ αδέρφι αγαπημένο

Νομίζουν πως με στεναγμό απάντηση προσμένω

Εγώ όμως είμαι σίγουρη απλά τους δοκιμάζω

Ψεύτικο είν’ το δίλημμα που τάχατες τους βάζω

Γιατί ζει ο Αλέξανδρος σ΄ όλη την οικουμένη

Πρώτος σε δόξα, σε τιμή κανείς δεν παραβγαίνει

Της δύναμής του την ορμή, της σκέψης την ανδρεία

Είναι ο μονάχος που έγραψε και γράφει ιστορία

Ανοίγοντας το στόμα μου κάτι για να μιλήσω

Άνοιξαν τα ματάκια μου, έμελε να ξυπνήσω

Με ταραχή αντίκρισα, γύρω ήτανε βράδυ

Στο μάγουλό μου ένιωσα σα στιγμιαίο χάδι

Πάνω στην άμμο είχε γραφτεί, γράμματα κεφαλαία

ΖΕΙ και στο νερό μία ουρά χάνεται φευγαλέα.

ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

error: Δεν επιτρέπεται η αντιγραφή. Ευχαριστούμε.