Μελαγχολικός Σεπτέμβρης, της Δήμητρας Κουρίδου

Είναι κι ο Σεπτέμβρης ο μελαγχολικός. Η θλίψη της καλοκαιρινής ανεμελιάς που τελειώνει, η μυρωδιά του αντηλιακού καρύδα που δεν φεύγει από τη μύτη, το σκασμένο από τον ήλιο δέρμα και η αποφασιστικότητα για τον χειμώνα που έρχεται μαζί με αυτή τη σκοτεινιά της ημέρας που βιάζεται να έρθει. Και μια νοσταλγία παραμελημένη πια από τα παιδικά μας χρόνια για το σχολείο που ξεκινά. Με όλα εκείνα τα υπέροχα άγχη της πρώτης φοράς ξανά. Θα είμαι με τους ίδιους συμμαθητές; Οι καθηγητές θα είναι προσιτοί; Τα μαθήματα πόσο πιο δύσκολα θα είναι; Θα τα καταφέρω με τους νέους μου στόχους; Και να τώρα γονιός πια, με νέες ανησυχίες… Να προλάβουμε το πρόγραμμα των παιδιών μας, η επικοινωνία μαζί τους πώς θα είναι; Οι νέες μαθησιακές απαιτήσεις που θα υπάρξουν; Ακόμη κι αυτός ο οικονομικός σκόπελος του Σεπτέμβρη πώς θα ξεπεραστεί;

Μα τελικά όλα αυτά πόσο μικρά κι ασήμαντα μπορεί να φαίνονται; Σ’ έναν Σεπτέμβρη που μας μαυρίζει τις μέρες. Από τις φωτιές που έρχονταν από τον Αύγουστο στις πλημύρες που ακολούθησαν με τις πρώτες βροχές. Κι όχι δεν λειτούργησε η βροχή όπως θέλαμε. Δεν μας έσωσε από τη φωτιά. Μας κατάπνιξε. Τα απόνερα αυτής μαζί με τα άλλα απόνερα ενός πλοίου που προορισμός του ήταν ένα νησί που σημαίνει καλοκαίρι, ήλιο, Ελλάδα, μας βούλιαξε και μας στιγμάτισε με τον χειρότερο τρόπο. Όχι τον Σεπτέμβρη δεν τον περιμέναμε έτσι. Και σίγουρα δεν φταίει ο μήνας, όχι.

Μα αλήθεια πότε προλάβαμε να γίνουμε τόσο μισάνθρωποι; Από πότε δεν μας νοιάζει για τον συνάνθρωπό μας; Στο όνομα ποιου μισθού και ποιανού αφεντικού χάσαμε την ανθρωπιά μας; Εμείς δεν ήμασταν πριν έναν μήνα περίπου που τρέχαμε να βοηθήσουμε τα ζωάκια στις φωτιές; Εμείς δεν συλλέγαμε γάζες και ιατρικό υλικό για τους πυροσβέστες και τους εθελοντές; Εμείς δεν τρέχαμε να δώσουμε αίμα για τον συνάνθρωπό μας που το χρειαζόταν; Τι μας συνέβη; Χαθήκαμε λοιπόν στο μονοπάτι της αλαζονείας μας.

Πραγματικά πώς θα εξηγήσουμε στα παιδιά που ξεκινούν αυτόν τον Σεπτέμβρη πρώτη φορά το σχολείο ότι όταν κάποιος δεν τα καταφέρνει τον βοηθάμε; Πώς θα εξηγήσουμε ότι όλοι είμαστε ίδιοι μέσα σ’ ένα σύνολο, μιας τάξης, μιας ομάδας, μιας εργασίας, μιας κοινωνίας; Ίδιοι άνθρωποι. Με δυο χέρια, δυο πόδια, ένα κεφάλι που πρέπει να σκέφτεται και μια καρδιά να νιώθει. Πώς θα εξηγήσουμε στα παιδιά ότι κι εμείς δεν αντιδρούμε; Πώς θα κοιμηθούμε σήμερα το βράδυ όταν ο γείτονάς μας δεν θα πάει για ύπνο; Πώς θα αντικρίσουμε τα μάτια όλων αυτών που θα αναρωτηθούν γιατί; Άραγε τα δικά μας μάτια θα μπορούμε να τα αντικρίσουμε στον καθρέφτη;

Αλήθεια γιατί δεν με αφήσατε σε εκείνον τον Σεπτέμβρη που με ανυπομονησία άνοιγα τις σακούλες από το βιβλιοπωλείο να μυρίσω τις νέες μου γόμες; Να ξεφυλλίσω τα νέα μου μπλε τετράδια και να γράψω με διαφορετικό χρώμα στιλό στις ετικέτες το όνομά μου; Γιατί δεν με αφήσατε σε εκείνο το πρώτο θρόισμα του βιβλίου της γλώσσας; Εκείνος ο ήχος του πρώτου κουδουνιού, τι ωραία θα ακουγόταν τώρα. Γιατί δεν με αφήσατε σε εκείνη τη γεμάτη γλύκα κι αγάπη «Καλημέρα, παιδιά»; Γιατί;

ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

error: Δεν επιτρέπεται η αντιγραφή. Ευχαριστούμε.