Κριτική για το παραμύθι «Η ΠΙΠΙΛΑ ΠΟΥ ΗΘΕΛΕ ΝΑ ΤΑΞΙΔΕΨΕΙ» της Σωτηρίας Κυρμανίδου

Το κείμενο είναι της Διονυσίας Ζήκα και εκφωνήθηκε στην παρουσίαση του παραμυθιού που πραγματοποιήθηκε στις 8 Μαρτίου στο Σιδηρόκαστρο.

Σήμερα είναι 8 Μαρτίου, δεν είναι μια τυχαία ημέρα. Η Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας.

Μια ημέρα που δεν είναι μόνο μια υπενθύμιση αγώνων και δικαιωμάτων. Είναι μια ημέρα μνήμης. Μια ημέρα ευγνωμοσύνης. Μια ημέρα καρδιάς. Μια ημέρα αφιερωμένη στη δύναμη, την αντοχή, την τρυφερότητα και τη διακριτική προσφορά της γυναίκας μέσα στην οικογένεια και την κοινωνία.

Όταν ακούμε τη λέξη «γυναίκα», συχνά σκεφτόμαστε τη δυναμική παρουσία της στην κοινωνία, στον επαγγελματικό χώρο, στους αγώνες της ζωής. Όταν μιλάμε για τη γυναίκα, συχνά σκεφτόμαστε τη μητέρα.

Όμως η γυναικεία δύναμη δεν φωνάζει πάντα. Πολύ συχνά μόλις που ακούγεται. Και εκεί, μέσα σε αυτόν τον ανεπαίσθητο ψίθυρο, ζει μια μορφή που όλοι κουβαλάμε βαθιά μέσα μας, η γιαγιά. Η γιαγιά δεν είναι μόνο μια γυναίκα μεγαλύτερης ηλικίας. Είναι μνήμη. Είναι ρίζα. Είναι αγκαλιά. Η γιαγιά είναι γυναίκα. Είναι μητέρα. Είναι το κορίτσι που κάποτε ονειρεύτηκε. Είναι η γυναίκα που αγωνίστηκε. Είναι η μάνα που ξενύχτησε. Και γίνεται η γιαγιά που απλώνει ξανά τα χέρια της, αυτή τη φορά πιο ήρεμα, πιο σοφά, πιο γλυκά, το στήριγμα της επόμενης γενιάς.

Στη δική μας ζωή, η γιαγιά είναι συχνά το ασφαλές λιμάνι. Είναι το βλέμμα που δεν κρίνει. Είναι η αγκαλιά που χωρά τα πάντα. Είναι εκείνη που ξέρει να περιμένει. Να αντέχει. Να συγχωρεί. Να στηρίζει. Μορφή καθοριστική, βαθιά τρυφερή και σοφή.. Είναι έρωτας, είναι λατρεία, είναι αδυναμία. Η γιαγιά που είναι δυο φορές μαμά, με μια σχέση διαφορετική. Που είναι πάντα δίπλα μας με την προστατευτικότητα της μαμάς, αλλά με μια άλλη ηρεμία, απαλλαγμένη από τα υπερβολικά άγχη. Μια ηρεμία που επιτρέπει ένα δέσιμο μοναδικό, στο οποίο χωράνε μόνο αλήθειες.

Η γιαγιά είναι λαχτάρα. Θυμόμαστε όλοι την τεράστια αγκαλιά της και το πλατύ, γλυκό χαμόγελό της κάθε φορά που μας έβλεπε, το καμάρι και την υπερηφάνια της για το λατρεμένο εγγόνι, που υπερείχε σε όλα από όλα τα παιδιά του κόσμου, την πίστη της ότι θα τα καταφέρουμε με ό,τι ασχοληθούμε. Την στήριξη και την υπεράσπισή μας σε ό,τι κι αν συνέβαινε. “Το παιδί έχει δίκιο”, τεράστια ανακούφιση αυτή η φράση. Λες και μας στήριζε ο κόσμος όλος. Αν το έλεγε η γιαγιά, κανένας δεν είχε το δικαίωμα να το αμφισβητήσει.

Όλο αυτό που περιβάλλει “τη γιαγιά μας”, σκέφτομαι ότι δεν μπορεί να αποτυπωθεί με λέξεις.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να συνεχίσω με μια απλή ερώτηση. Υπήρξε ποτέ στη ζωή σας κάτι μικρό, ίσως ασήμαντο για τους άλλους, που όμως για εσάς ήταν πηγή ασφάλειας; Ένα αντικείμενο… μια συνήθεια… μια παρουσία; Και μήπως θυμάστε τη στιγμή που χρειάστηκε να το αποχωριστείτε; Το παραμύθι που θα σας παρουσιάσουμε σήμερα έχει έναν απλό, παιδικό τίτλο: «Η Πιπίλα που Ήθελε να Ταξιδέψει». Κι όμως, πίσω από αυτή την τρυφερή ιστορία κρύβεται μια βαθιά ανθρώπινη διαδρομή, η αγάπη, ο αποχωρισμός και το πρώτο βήμα προς την αυτονομία.

Ας δούμε την Ιστορία: Ο μικρός Νάσος αγαπά βαθιά τη γιαγιά του. Κάθε φορά που εκείνη κατεβαίνει στην Αθήνα για να τον δει, το σπίτι γεμίζει ζωή. Πηγαίνουν βόλτες, γελούν, μοιράζονται παραμύθια πριν τον ύπνο. Ο Νάσος έχει πάντα μαζί του την αγαπημένη του πιπίλα. Είναι το αντικείμενο που τον καθησυχάζει. Που τον βοηθά να αποκοιμηθεί. Που του προσφέρει σταθερότητα. Μια μέρα, πριν η γιαγιά φύγει για τον Βορρά, η πιπίλα «αποφασίζει» να ταξιδέψει μαζί της. Τρυπώνει κρυφά στη βαλίτσα. Το βράδυ, ο Νάσος ψάχνει την πιπίλα του. Δεν τη βρίσκει. Στεναχωριέται. Ανησυχεί. Και όμως… τελικά κοιμάται. Η γιαγιά, φτάνοντας σπίτι της, ανοίγει τη βαλίτσα και βρίσκει την πιπίλα.

Στην απογευματινή τους βιντεοκλήση τη δείχνει στον Νάσο. Η πιπίλα γίνεται ο συνδετικός τους κρίκος από μακριά. Και σιγά σιγά, χωρίς πίεση, χωρίς επιβολή, ο Νάσος μαθαίνει να την αποχωρίζεται. Γιατί καταλαβαίνει κάτι πολύ σημαντικό: η αγάπη δεν βρίσκεται μέσα στην πιπίλα. Βρίσκεται στη σχέση.

Σε αυτό το σημείο, αξίζει να δούμε τι συμβολίζει η πιπίλα. Ο παιδίατρος και ψυχαναλυτής Donald Winnicott μίλησε για την έννοια του μεταβατικού αντικειμένου. Μεταβατικό είναι εκείνο το αντικείμενο που βοηθά το παιδί να διαχειριστεί την απουσία. Δεν είναι μόνο ένα αντικείμενο. Είναι γέφυρα ανάμεσα στην παρουσία και την απουσία, στην εξάρτηση και την ανεξαρτησία, στην εξωτερική και την εσωτερική ασφάλεια Η πιπίλα, λοιπόν, δεν είναι αδυναμία. Είναι εργαλείο ανάπτυξης. Όταν η πιπίλα «ταξιδεύει», στην πραγματικότητα ταξιδεύει η ανάγκη του παιδιού για ασφάλεια. Και όταν ο Νάσος κοιμάται χωρίς αυτήν, κάνει το πρώτο βήμα εσωτερικής ωρίμανσης. Όχι επειδή του την πήραν. Αλλά επειδή ένιωσε ασφαλής χωρίς αυτήν.

Ο ψυχολόγος John Bowlby ανέπτυξε τη θεωρία της προσκόλλησης, σύμφωνα με την οποία το παιδί χρειάζεται μια «ασφαλή βάση» για να εξερευνήσει τον κόσμο. Όταν ο δεσμός είναι σταθερός, το παιδί αντέχει την απόσταση. Η απουσία τότε δεν βιώνεται ως εγκατάλειψη. Στην ιστορία μας, η γιαγιά δεν εξαφανίζεται. Δεν κόβεται ο δεσμός. Υπάρχει η βιντεοκλήση. Υπάρχει η παρουσία, έστω και ψηφιακή. Υπάρχει η σταθερότητα. Η αγάπη συνεχίζει να ρέει. Και έτσι ο αποχωρισμός γίνεται μετάβαση, όχι τραύμα.

Ζούμε σε μια εποχή μετακινήσεων. Πόλεις χωρίζουν οικογένειες. Εργασία, σπουδές, ανάγκες, αποστάσεις. Η φυσική παρουσία δεν είναι πάντα δεδομένη. Κι όμως, η ιστορία αυτή μας θυμίζει ότι ο συναισθηματικός δεσμός δεν ακυρώνεται από τα χιλιόμετρα. Η πιπίλα γίνεται σύμβολο όλων εκείνων που μας ενώνουν όταν είμαστε μακριά: μια φωτογραφία, μια συνήθεια, ένα καθημερινό τηλεφώνημα. Η τεχνολογία εδώ δεν αντικαθιστά τη σχέση. Τη στηρίζει.

Όμως ίσως το πιο σημαντικό σημείο της ιστορίας δεν αφορά μόνο τα παιδιά. Αφορά εμάς. Γιατί όλοι έχουμε τη δική μας «πιπίλα». Μπορεί να είναι μια βεβαιότητα που δεν θέλουμε να αλλάξει μια σχέση από την οποία εξαρτιόμαστε, μια συνθήκη που μας κρατά σε ασφάλεια. Και κάποια στιγμή, καλούμαστε να αποχωριστούμε. Η ωρίμανση δεν έρχεται όταν κόβουμε απότομα τους δεσμούς. Έρχεται όταν εσωτερικεύουμε την αγάπη. Όταν η ασφάλεια μετακινείται από το αντικείμενο… μέσα μας. Ο Νάσος δεν σταματά να αγαπά τη γιαγιά του. Δεν χάνει τον δεσμό. Απλώς δεν χρειάζεται πια την πιπίλα για να τον επιβεβαιώσει. Αυτό είναι το πέρασμα από την εξάρτηση στην εσωτερική σταθερότητα.

Θα ήθελα να κλείσω με μια σκέψη. Ωρίμανση δεν είναι να μη χρειάζεσαι κανέναν. Είναι να ξέρεις ότι η αγάπη παραμένει, ακόμη κι όταν το αντικείμενο ή ο άνθρωπος δεν είναι μπροστά σου. Η πιπίλα ταξίδεψε. Ο αποχωρισμός συνέβη. Η αγάπη όμως δεν μειώθηκε. Αντίθετα, έγινε εσωτερική δύναμη. Και ίσως αυτό είναι το μεγαλύτερο μάθημα του παραμυθιού. Ότι το πιο σημαντικό ταξίδι δεν είναι αυτό της πιπίλας. Είναι το ταξίδι προς την αυτονομία, με οδηγό την ασφάλεια της αγάπης.

Στο παραμύθι «Η Πιπίλα που ήθελε να ταξιδέψει», ο μικρός Νάσος δεν έχει απέναντί του απλώς μια γιαγιά. Έχει μια γυναίκα που τον καθοδηγεί με αγάπη, με υπομονή, με σοφία. Μια γυναίκα που δεν επιβάλλεται, αλλά μια γυναίκα που εμπνέει. Που δεν αφαιρεί, αλλά που τον βοηθά να αποχωριστεί. Που δεν πιέζει, αλλά στηρίζει. Και ίσως τελικά αυτό να είναι η δύναμη της γυναίκας στην κοινωνία, η ικανότητά της να μεγαλώνει ανθρώπους με τρόπο ήσυχο, αλλά καθοριστικό.

Σήμερα λοιπόν, τιμώντας τη γυναίκα, τιμούμε και τη γιαγιά. Τη γυναίκα που γίνεται γέφυρα ανάμεσα στο χθες και το αύριο. Τη γυναίκα που κρατά το χέρι ενός παιδιού, για να μπορέσει εκείνο να κάνει το πρώτο βήμα μόνο του.

Στο παραμύθι «Η Πιπίλα που ήθελε να ταξιδέψει», ο μικρός Νάσος βρίσκεται μπροστά σε μια μικρή, αλλά μεγάλη για εκείνον, μετάβαση. Και δίπλα του στέκεται η γιαγιά. Η γιαγιά όχι ως αυθεντία ή ως επιβολή, αλλά ως παρουσία, ως σταθερότητα, ως αγάπη που καθοδηγεί χωρίς να πιέζει.

Πόσες φορές στη ζωή μας μια γυναίκα μια μητέρα, μια γιαγιά μας βοήθησε να αφήσουμε κάτι πίσω; Να μεγαλώσουμε; Να κάνουμε το επόμενο βήμα; Και πόσες φορές αυτό έγινε αθόρυβα, σχεδόν ανεπαίσθητα, με μια κουβέντα, ένα χάδι, μια ιστορία πριν τον ύπνο;

Η γιαγιά στην ιστορία αυτή δεν βοηθά τον Νάσο μόνο να αποχωριστεί την πιπίλα του. Τον βοηθά να μεγαλώσει. Και το να μεγαλώνει ένα παιδί είναι ίσως η πιο βαθιά πράξη αγάπης μιας γυναίκας.

Σήμερα, τιμώντας τη Γυναίκα, τιμούμε και αυτή τη μορφή. Τη γυναίκα που δεν βρίσκεται πάντα στο προσκήνιο. Τη γυναίκα που έχει ήδη δώσει. Που συνεχίζει να δίνει. Τη γυναίκα που γίνεται γέφυρα ανάμεσα στις γενιές.

Γιατί πίσω από κάθε παιδί που κάνει ένα βήμα προς την ωριμότητα, συχνά υπάρχει μια γυναίκα που το κράτησε από το χέρι. Και πίσω από κάθε ήρεμο αποχωρισμό, υπάρχει μια αγκαλιά που είπε: «Είμαι εδώ. Μπορείς».

Σήμερα λοιπόν, πριν μιλήσουμε για το ταξίδι της πιπίλας, ας σκεφτούμε τα ταξίδια των γυναικών της ζωής μας. Τα ταξίδια που έκαναν για εμάς. Τα όνειρα που άφησαν πίσω. Την αγάπη που μας χάρισαν χωρίς όρους.

Και ας αφιερώσουμε αυτή την παρουσίαση σε εκείνες.

Στις μητέρες.

Στις γιαγιάδες.

Στις γυναίκες που μας έμαθαν να μεγαλώνουμε με τρυφερότητα.

ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ