Το Μανιφέστο της Βροχής, της Αλίκης Κρυωνά

Πόλεις χωρίς σχέδιο, μπαζωμένη γνώση και η συλλογική ευθύνη απέναντι στο αυτονόητο.

Υπάρχουν στιγμές που η πραγματικότητα δεν χρειάζεται υπερβολή για να σε σοκάρει. Αρκεί να κοιτάξεις γύρω σου. Σύμφωνα με καταγραφές, περίπου 550 χιλιόμετρα ρεμάτων και χειμάρρων στο λεκανοπέδιο της Αττικής έχουν μπαζωθεί ή τσιμεντοποιηθεί. Φυσικές κοίτες που κάποτε λειτουργούσαν ως ανάσες του τοπίου, ως μηχανισμοί ισορροπίας, εξαφανίστηκαν για να γίνουν δρόμοι, οικόπεδα, «αξιοποιήσιμες» επιφάνειες. Το νερό δεν χάθηκε. Απλώς περιμένει. Και κάθε φορά που επιστρέφει, μας θυμίζει ότι οι επιλογές έχουν μνήμη.

Το πρόβλημα όμως δεν είναι μόνο περιβαλλοντικό. Είναι βαθιά θεσμικό και κοινωνικό. Γιατί η Ελλάδα δεν πάσχει από έλλειψη γνώσης. Πάσχει από έλλειψη αξιοποίησης της γνώσης. Υπάρχουν επαγγέλματα, επιστήμονες, άνθρωποι που έχουν σπουδάσει ακριβώς για να προλαμβάνουν αυτά τα φαινόμενα – όπως οι δασολόγοι, οι περιβαλλοντολόγοι, οι χωροτάκτες. Άνθρωποι που γνωρίζουν πώς «στέκεται» ένα έργο στο τοπίο, πώς συνεργάζεται με τη φύση αντί να τη βιάζει. Και όμως, αυτοί οι άνθρωποι μένουν για χρόνια στο περιθώριο. Μια πρόσληψη εδώ, μια σύμβαση εκεί, συχνά άσχετη με το αντικείμενό τους. Κι αν τελικά τους δοθεί μια θέση, είναι συχνά για να «φυλάνε τα μπόσικα». Όχι για να σχεδιάσουν. Όχι για να προλάβουν. Όχι για να προστατεύσουν. Κάπου εδώ, όμως, πρέπει να μπει ένα όριο. Γιατί αυτό δεν είναι απλώς κακοδιαχείριση – είναι σπατάλη ανθρώπινου κεφαλαίου.

Η Αττική δεν είναι εξαίρεση. Είναι ο κανόνας σε μεγέθυνση. Σε ολόκληρη τη χώρα, το φυσικό περιβάλλον αντιμετωπίστηκε ως κάτι προσωρινό, αναλώσιμο. Η επιστημονική κοινότητα προειδοποιεί εδώ και δεκαετίες ότι τα ανοικτά ρέματα, τα δάση, οι φυσικές εκτάσεις δεν είναι «κενά» στον χάρτη. Είναι υποδομές ζωής. Ρυθμίζουν τις πλημμύρες, προστατεύουν από τη διάβρωση, μειώνουν τη θερμοκρασία των πόλεων, διατηρούν ισορροπίες. Όταν τα εξαφανίζεις, δεν κερδίζεις χώρο. Μεταφέρεις το πρόβλημα στο μέλλον – και μάλιστα με τόκο.

Και κάθε φορά που συμβαίνει μια πλημμύρα, ακούμε την ίδια αφήγηση: «ακραία καιρικά φαινόμενα». Όχι. Αυτό που βιώνουμε δεν είναι ακραίο. Είναι αναμενόμενο. Ακραία είναι η επιμονή μας να χτίζουμε πόλεις που δεν αντέχουν ούτε το ίδιο τους το νερό. Ακραίο είναι να συνεχίζουμε να τσιμεντοποιούμε, ενώ γνωρίζουμε πλέον λύσεις βασισμένες στη φύση: αποκατάσταση ρεμάτων, διαπερατά υλικά, ζώνες εκτόνωσης, πράσινες υποδομές. Δεν λείπουν οι λύσεις. Λείπει η συνέχεια.

Κάθε φορά που συμβαίνει μια πλημμύρα, ακούμε την ίδια αφήγηση: «ακραία καιρικά φαινόμενα». Όχι. Αυτό που βιώνουμε δεν είναι ακραίο. Είναι αναμενόμενο. Ακραία είναι η επιμονή μας να χτίζουμε πόλεις που δεν αντέχουν ούτε το ίδιο τους το νερό. Ακραίο είναι να συνεχίζουμε να τσιμεντοποιούμε, ενώ γνωρίζουμε πλέον λύσεις βασισμένες στη φύση

Και εδώ μπαίνει το πιο δύσκολο κομμάτι της συζήτησης: η ευθύνη. Όχι μόνο της κυβέρνησης – όποια κι αν είναι. Η κυβέρνηση, σε μεγάλο βαθμό, είναι καθρέφτης της κοινωνίας. Καθρέφτης της ανοχής μας στο «θα δούμε». Της αποδοχής μας στο πρόχειρο. Στης συνήθειάς μας να λειτουργούμε όχι με σχέδιο, αλλά με το «ό,τι προκύψει». Έτσι, η ανοικοδόμηση δεν αποτυγχάνει. Δεν ξεκινά ποτέ.

Το ίδιο μοτίβο συναντάμε και στην καθημερινότητα. Στην πόλη των Σερρών, οι δρόμοι –από το κέντρο έως τους βασικούς άξονες προς τη Θεσσαλονίκη– βρίσκονται εδώ και χρόνια σε κακή κατάσταση. Λακκούβες, πρόχειρα μπαλώματα, φθορές που επανέρχονται. Το αποτέλεσμα δεν είναι αφηρημένο: χαλασμένα αυτοκίνητα, καταπονημένα σώματα, εκνευρισμός, ανασφάλεια. Αυτά δεν είναι πολυτέλειες. Είναι βασικά ζητήματα ποιότητας ζωής. Κι όμως, παραμένουν άλυτα, ενώ η δημόσια συζήτηση συχνά μετατοπίζεται σε θέματα δευτερεύοντα, σχεδόν αποπροσανατολιστικά. Αν θα έχουμε αρκούδες τα Χριστούγεννα ή όχι. Σαν να μην μπορούμε να κάνουμε περισσότερα από ένα πράγματα σωστά ταυτόχρονα.

Και ας ειπωθεί κάτι ακόμα, χωρίς ωραιοποιήσεις. Ναι, η διαφθορά υπάρχει παντού. Αλλά υπάρχει και το μέτρο. Υπάρχει η λογική: παίρνω, αλλά δίνω. Τρώω, αλλά αφήνω έργο πίσω μου. Αφήνω δρόμους, υποδομές, μια καθημερινότητα λίγο καλύτερη απ’ ό,τι τη βρήκα. Όταν όμως «τρώγονται» τα πάντα –το οδόστρωμα, το περιβάλλον, το μέλλον– τότε δεν μιλάμε για παθογένεια. Μιλάμε για ασυδοσία.

Τέλος, υπάρχει και η δική μας ευθύνη ως πολίτες. Δεν αρκεί να φτιαχτεί κάτι. Πρέπει και να το σεβαστούμε. Ο δημόσιος χώρος δεν είναι ξένος. Είναι η κληρονομιά μας. Και μια κληρονομιά, αν δεν τη φροντίσεις, χάνεται – όσο καλά κι αν ξεκίνησε.

Δεν μας λείπουν οι λύσεις!

Μας λείπει το θάρρος να σταματήσουμε να προσποιούμαστε ότι δεν ξέρουμε.

Κάθε πλημμύρα, κάθε λακκούβα, κάθε κατεστραμμένος δρόμος δεν είναι «ατυχία». Είναι αποτύπωμα επιλογών. Επιλογών να μη σχεδιάσουμε, να μην αξιοποιήσουμε ανθρώπους που ξέρουν, να μην απαιτήσουμε συνέχεια.

Και όσο συνεχίζουμε να λέμε «έτσι είναι η Ελλάδα», τόσο βαθύτερα βουλιάζουμε μέσα σε αυτήν.

Δεν ζητάμε θαύματα.

Ζητάμε να μη μας κοροϊδεύουν.

Γιατί στο τέλος δεν μας «πνίγει» η βροχή.

Μας «πνίγει» το ότι μάθαμε να ζούμε κάτω από το επίπεδό μας – και το ονομάσαμε ρεαλισμό.

ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

error: Δεν επιτρέπεται η αντιγραφή. Ευχαριστούμε.