Άποψη για τα παραμύθια της Σωτηρίας Κυρμανίδου «Η γιαγιά μου η καταγματούλα» και «Η κορώνα του βασιλιά»

Γράφει για το παραμύθι «Η Γιαγιά μου η καταγματούλα» η φιλόλογος Διονυσία Ζήκα

Στο παραμύθι με τον τρυφερό τίτλο «Η γιαγιά μου η καταγματούλα» επιλέγει να θίξει το θέμα της υγείας, πολύτιμης στα άτομα τρίτης ηλικίας, μιας ηλικιακής ομάδας που αντιπροσωπεύει τόσα πολλά για τα παιδιά, αλλά και εμάς τους μεγάλους! Υπάρχει άραγε κανείς που δε θυμάται με αγάπη και τρυφερότητα τη γιαγιά του, τη γιαγιούλα, τη γιαγιουλίτσα, τη μπάμπω του ή όπως αλλιώς συνήθιζε να την προσφωνεί;

Η γιαγιά της μικρής Νεφέλης λοιπόν έχει ένα αναπάντεχο ατύχημα. Κάταγμα στο μικρό δαχτυλάκι του ποδιού, γεγονός που ματαιώνει το ταξίδι και τη συνάντησή της με τη Νεφέλη που απαρηγόρητη προσεύχεται, ονειρεύεται τη γιαγιά και ανησυχεί για την κατάστασή της. Βλέπει με βιντεοκλήση την αγαπημένη γιαγιά (η βοήθεια της τεχνολογίας εδώ ανεκτίμητη), οι φόβοι και η στεναχώρια καθησυχάζονται με την επικοινωνία, διαβεβαιώνεται ότι είναι κάτι παροδικό, παρά την πρωτόγνωρη εικόνα της γιαγιάς με το γύψο στο πόδι και το πι. Ανακουφισμένη πλέον, με γλυκιά προσδοκία περιμένει τη μέρα που η γιαγιά έχοντας ξεπεράσει την περιπέτειά της θα ξαναβρεθεί κοντά της για να επιδοθούν στις αγαπημένες τους γιαγιαδοασχολίες ευχαριστώντας τον Θεό στη βραδινή της προσευχούλα, έχοντας συνειδητοποιήσει την αξία της πολύτιμης υγείας για όλους.

Ένα παραμύθι, διδακτικής παραμυθίας με κείμενο απλό, εύληπτο, λιτό και περιεκτικό με ωραίες μεγάλες εικόνες, όμορφα, φωτεινά χρώματα και αξίες διαχρονικές να μας καλούν να τις αναδείξουμε! Με αφορμή το παραμύθι μας λοιπόν μπορούν να τεθούν, να συζητηθούν τα θέματα που ξεπηδούν από τον τίτλο, το περιεχόμενο, τα πρόσωπα, τις πράξεις, τις σκέψεις, τα λόγια και τα συναισθήματα των προσώπων-ηρώων του παραμυθιού.

Η αγαπημένη γιαγιά (τον παππού δεν τον ξεχνάμε, ας περιμένει υπομονετικά τη σειρά του) με την αξία της μέσα στην οικογένεια να μην εξαντλείται μόνο στη βοήθεια και στη στήριξη που δίνει στα υπόλοιπα μέλη με τη φροντίδα των παιδιών και τη στήριξη στο νοικοκυριό και την οικονομία. Η ωφέλειά της δεν περιορίζεται μόνο στις γλυκές αναμνήσεις που χαρίζει σε όλους μας όταν αναπολούμε τα γλυκά, τα παιχνίδια ή τις καραμέλες με τις οποίες μας γέμιζε τα χέρια. Επισημαίνεται ως ο άνθρωπος εκείνος ο οποίος αποτελεί τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο παρελθόν και τον εκμοντερνισμό, ανάμεσα στο παλιό και την πρόοδο. Είναι ο άνθρωπος εκείνος που η ηλικία μπορεί μεν να τον έχει αποδυναμώσει σε ένα βαθμό σωματικά, αλλά του έχει χαρίσει ταυτόχρονα εμπειρίες και θησαύρισμα γνώσεων που νουθετούν τα υπόλοιπα νεότερα άτομα. Συνδέει αρμονικά τις παραδοσιακές αντιλήψεις για την οικογένεια, με τις οποίες μεγάλωσε , παράλληλα όμως αφουγκράζεται και επεξεργάζεται μέσα της τις αλλαγές που φέρνει η εξέλιξη της κοινωνίας στο θεσμό της οικογένειας και προσπαθεί να προσαρμοστεί με αυτές. Η γιαγιά είναι αυτή που διατηρεί την παράδοση και τη μνήμη του παρελθόντος. Οι δικές της εξιστορήσεις μας βοηθούν να αντιληφθούμε τη διαφορετικότητα της εποχής στην οποία έζησε και παράλληλα μας δίνουν μία γεύση των ιστορικών γεγονότων και των συγκυριών της εποχής εκείνης. Μας κληροδοτεί την ιστορική γνώση και την επιθυμία να θέλουμε να ανήκουμε και εμείς σε ένα κομμάτι της ιστορίας, μας βοηθάει να αντιληφθούμε πως οι νεότεροι είναι η συνέχεια και το αύριο του κόσμου. Για τα παιδιά, η σχέση που αναπτύσσουν με τη γιαγιά είναι γεμάτη τρυφερότητα και απολαυστικές στιγμές, καθώς τα φροντίζει στηριζόμενη στην ανεκτικότητα, την κατανόηση και την αποδοχή θεμελιώνοντας τους οικογενειακούς δεσμούς και εδραιώνοντας την οικογενειακή ταυτότητα. «Μπορούσα να κάνω τη γιαγιά μου να εκστασιάζεται από ευτυχία μόνο και μόνο επειδή πεινούσα!» έλεγε ο Jean-Paul Sartre, Γάλλος φιλόσοφος. Η σχέση των γιαγιάδων με τα εγγόνια τους είναι αναμφισβήτητα μοναδική!

Η υγεία των αγαπημένων ηλικιωμένων προσώπων όμως δεν είναι δεδομένη. Η πολυτιμότητά της, η ευμεταβλητότητά της είναι θέμα που το μικρό παιδί πρέπει να πληροφορηθεί, να το συνειδητοποιήσει, να το επεξεργαστεί, να το χωνέψει. Τα γιατί και τα πώς πρέπει να πάρουν απαντήσεις. Για την πιθανότητα ανατροπής της, τα αίτια που την προκαλούν, τις συνέπειές της παροδικές ή αμετάκλητες, καθώς και τα συναισθήματα που προκαλεί στο παιδί κάθε στάδιο ως την αποκατάσταση ή –φευ– και την απώλεια οφείλουμε να ενημερώσουμε, να πληροφορήσουμε, να καθησυχάσουμε, να προετοιμάσουμε. Με εργαλείο το παραμύθι ως μέσο επουλωτικής προσομοίωσης της πραγματικότητας ακόμη και ως ελάχιστης πιθανότητας, ένα παιδί διευκολύνεται στην εκδήλωση, την αναγνώριση και τη διαχείριση όλων των πιθανών συναισθημάτων. Ανησυχία, θλίψη, στεναχώρια, ανασφάλεια, φόβος, ξορκίζονται. Και αν η ανακούφιση ακολουθεί, το παιδί έχει μία πρώτη προσλαμβάνουσα με έναν ήπιο τρόπο ότι η σταθερά της υγείας δεν είναι μεν δεδομένη, για την εξασφάλισή της δε χρειάζεται πρόληψη και προσοχή. Η εξοικείωση με τις έννοιες των χώρων υγειονομικής περίθαλψης και τους λειτουργούς της αποκαθιστά ένα κλίμα φοβιών και άρνησης. Συμβιβάζεται με τη σκέψη της ευάλωτης φύσης των μεγάλων σε ηλικία αγαπημένων που από φροντιστές πρέπει να γίνουν δέκτες φροντίδας, αγάπης και ξεκούρασης, ως να αποκατασταθεί και να επανέλθει η γνώριμη καθημερινότητα με τις ανεξίτηλες ενασχολήσεις. Αυτές που είναι καταγεγραμμένες στη μνήμη όλων. Τα χάδια , τα παιχνίδια, οι αγκαλιές, οι βόλτες, τα παραμύθια, τα μαγειρέματα και τα ζυμώματα εύγευστων πεντανόστιμων εδεσμάτων όλα ζυμωμένα με τη γνώριμη αγαπημένη, αναντικατάστατη, χαρακτηριστική μυρωδιά της αγαπημένης γιαγιάς.

Με την είσοδο των νέων τεχνολογιών στην καθημερινότητα των παιδιών, έχει αντικατασταθεί σε μεγάλο βαθμό η αφήγηση παραμυθιών από ταινίες και κινούμενα σχέδια με φωνές ηθοποιών και αυτό δείχνει να έχει επηρεάσει σημαντικά την καλλιέργεια της φαντασίας τους. Όμως, «Αν θέλετε το παιδί σας να γίνει έξυπνο διαβάστε του παραμύθια. Αν θέλετε να γίνει πιο έξυπνο διαβάστε του ακόμη περισσότερα παραμύθια», είχε απαντήσει ο Αϊνστάιν σε ερώτηση νεαρής μητέρας για το τι θα μπορούσε να κάνει για να προετοιμάζει καλύτερα το πεντάχρονο παιδί της για το σχολείο και τη ζωή. Μελέτες έχουν καταδείξει ότι σε παιδιά ηλικίας μικρότερης των τεσσάρων ετών μια ιστορία την ημέρα βοηθάει στην ενίσχυση της επικοινωνίας. Αυτό στο οποίο συμφωνούν οι ερευνητές είναι πως η ανάγνωση βιβλίων στα παιδιά προάγει τη γλωσσική και τη γνωστική τους ανάπτυξη, αυξάνοντας το λεξιλόγιο, τις δεξιότητες αφήγησης, ενώ παράλληλα συμβάλλει στην καλλιέργεια της φαντασίας και στην ανάπτυξη της συναισθηματικής νοημοσύνης τους. Ενισχύει επίσης την επαγωγική επίλυση προβλημάτων μέσα από την ταύτιση με τον πρωταγωνιστή της ιστορίας, δίνει πολλαπλές ευκαιρίες για διάλογο και μαθαίνει τα παιδιά να νικούν τον φόβο. Το παιδί κινητοποιείται νοητικά και φαντασιακά μέσα από τον παραμυθιακό λόγο και την εικόνα. Ο γονιός στα μάτια του παιδιού αποκτά ενεργό ρόλο και τον οδηγεί στον κόσμο των συμβόλων.

Προσωπικά με την ιδιότητά μου ως φιλόλογος μπορώ να πω με σιγουριά ότι το παιδί που έχει μάθει να ακούει και να διαβάζει παραμύθια γίνεται φανατικός φιλαναγνώστης. Η παιδευτική διαδικασία της λογοτεχνικής ανάγνωσης είναι αδιαμφισβήτητη, με συμβολή στην πνευματική ευεξία και ανάπτυξη, διδάσκοντας την ενσυναίσθηση, αναπτύσσοντας την κριτική σκέψη, βελτιώνοντας τη μνήμη, μειώνοντας το άγχος, απελευθερώνοντας τη φαντασία, όντας όχημα για ταξίδια κάθε είδους σε όλες τις χρονικές βαθμίδες παρόν, παρελθόν και μέλλον σε μεγάλους και μικρούς.

Κλείνω, με την επισήμανση πως το σημαντικότερο που μένει μετά το τέλος μιας αφήγησης, είναι το αίσθημα της τέρψης, της ελπίδας. Η ελπίδα που αποτελεί το βασικό σύμμαχο στη ζωή ενός ανθρώπου είναι πάντα ζωντανή. Όπως λέει ο Άγγλος συγγραφέας G.K. Chesterton: «Τα παραμύθια είναι κάτι παραπάνω από αληθινά, όχι επειδή μας λένε ότι υπάρχουν δράκοι, αλλά για να μας πούνε ότι μπορούν να ηττηθούν οι δράκοι» και θα ζητήσω από την κ. Κυρμανίδου να μη σταματήσει να τροφοδοτεί με την παραμυθιακή γραφίδα της αυτήν την ελπίδα.

Γράφει για το παραμύθι «Η κορώνα του βασιλιά» ο εκπαιδευτικός Ευθύμης Τσιλικίδης

Το συγκεκριμένο παραμύθι της κ. Κυρμανίδου, «Η κορώνα του βασιλιά», παρά τον τίτλο που μάλλον παραπέμπει σε κλασικό παραμύθι, απευθύνεται σίγουρα και σε μεγάλους. Άλλωστε νομίζω πως τα μηνύματα και οι προβληματισμοί που φέρει κάθε κείμενο της Σωτηρίας Κυρμανίδου δεν απασχολούν μόνο τον παιδικό κόσμο, αλλά μπορούν να διεισδύουν σε βάθος και στον κόσμο των ενηλίκων. Για την  ακρίβεια, καθώς καταπιάνονται με θέματα που απασχολούν το σύνολο των ανθρώπων,  απευθύνονται στην πραγματικότητα σε όλους. Αυτό συμβαίνει και στο συγκεκριμένο παραμύθι, κάτι που θα φανεί νομίζω στη συνέχεια, μόλις διαπιστώσουμε σε ποια κατηγορία παραμυθιού πρέπει να κατατάξουμε την «Κορώνα του βασιλιά».

Όπως γνωρίζουμε η προσφορά των παραμυθιών στην ψυχοδιανοητική ανάπτυξη των παιδιών, ως λογοτεχνικό είδος, είναι πολλαπλή και ποικίλη. Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά τις συνέπειες που έχουν στον ψυχικό τους κόσμο,

-τα παραμύθια  βοηθούν τα παιδιά να αναπτύξουν τη φαντασία τους,

-να εναρμονιστούν με τα άγχη τους,

-να αποσαφηνίσουν τα συναισθήματά τους,

-να αναγνωρίσουν τις υπαρξιακές τους δυσκολίες

– να βρουν λύσεις στα προβλήματα που τα αναστατώνουν μέσα από τους ήρωες των παραμυθιών.

Εξαιτίας του ότι οι ιστορίες διαπραγματεύονται οικουμενικά ανθρώπινα προβλήματα, μιλάνε στο υπό διαμόρφωση Εγώ του παιδιού και προωθούν την ανάπτυξή του, ανακουφίζοντάς το ταυτόχρονα από τις διάφορες προσυνειδητές και ασυνείδητες πιέσεις που βιώνει. Αντιλαμβανόμαστε, λοιπόν, άμεσα ότι τα παραμύθια μπορούν να έχουν θεραπευτικές συνέπειες για τους μικρούς αναγνώστες τους. Άλλωστε, η ίδια η λέξη παραμύθι που προέρχεται από τη αρχαία ελληνική «παραμύθιον», σημαίνει παρηγοριά και παρότρυνση, ενώ στην ίδια οικογένεια ανήκει και η λέξη παραμυθία που σημαίνει επίσης παρηγοριά, παραίνεση, ενθάρρυνση.

Οι θεραπευτικές δυνατότητες του παραμυθιού αναγνωρίζονται και στους στίχους του νομπελίστα Γιώργου Σεφέρη στο  ποίημα  «Ο τελευταίος σταθμός», γραμμένο στις σκοτεινές μέρες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1944: Και αν σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές / είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, / και η φρίκη δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή / γιατί είναι αμίλητη και προχωράει.

Η «Κορώνα του Βασιλιά» είναι ένα σύγχρονο παραμύθι γραμμένο από την κ. Σωτηρία γι’ αυτόν ακριβώς τον σκοπό: όπως πιθανόν μαντέψατε κάποιες/οι, θέλει να μιλήσει στη φρίκη που μας έχει καταλάβει με την πανδημία του κορωνοϊού και να  την αμβλύνει, να μας παρηγορήσει, να  μας εμψυχώσει, να προσφέρει ελπίδα σε μας και τα παιδιά μας. Είναι ένα θεραπευτικό παραμύθι, το οποίο γράφτηκε μάλλον ακολουθώντας τη  ρήση του σοφού μας προγόνου, του φιλόσοφου Δημόκριτου σύμφωνα με την οποία: «Μέγα το εν συμφορήσι, φρονέειν ά δει», δηλαδή «Είναι σπουδαίο να σκέφτεσαι αυτά που πρέπει στις συμφορές». Αλήθεια όμως,  τι πρέπει να σκεφτόμαστε στις συμφορές;  Πώς πρέπει να αντιδράσουμε στην απώλεια, στη θλίψη, στον φόβο; Τι να κάνουμε όταν αισθανόμαστε πως μας κυριεύει η απόγνωση;

Η επιστημονική βιβλιογραφία των λογοτεχνικών κειμενικών ειδών μας διδάσκει ότι:

α) στα σύγχρονα παραμύθια, τα παιδιά εύκολα ανακαλύπτουν πτυχές της ζωής τους και του εαυτού τους, και επίσης προετοιμάζονται για καταστάσεις που πιθανόν να αντιμετωπίσουν στο μέλλον και

β) τα παραμύθια μεταφέρουν τη σύγχρονη εικόνα της πολυπλοκότητας του κόσμου, βοηθώντας όμως παράλληλα τα παιδιά να μάθουν να την επεξεργάζονται και να της αποδίδουν νόημα. Ενώ μαθαίνουν να διακρίνουν το «καλό» από το «κακό», τα παιδιά μαθαίνουν επίσης να σκέφτονται συνθετικά και ολιστικά για τον κόσμο και τους ανθρώπους.

Νομίζω πως αυτά περιγράφουν άριστα τις ωφέλιμες σκέψεις στις οποίες οδηγείται ο αναγνώστης της Κορώνας του βασιλιά. Ας προσπαθήσουμε όμως να πλησιάσουμε το παραμύθι λίγο περισσότερο και να δούμε με ποιον ακριβώς τρόπο μας προετοιμάζει  για να αντιμετωπίσουμε την πανδημία του κορωνοϊού ή άλλες πιθανές μελλοντικές συμφορές.

«Η ζωή αρχίζει στην άλλη πλευρά της απελπισίας» μας υποδεικνύει ο Γάλλος υπαρξιστής φιλόσοφος Ζαν-Πωλ Σαρτρ, για να πλησιάσει από τον μακρινό 20ό αιώνα τον δικό μας τραγικό ποιητή Ευριπίδη των κλασικών χρόνων, που μας λέει πως  «Άελπτον ουδέν, πάντα δε ελπίζειν χρεών», δηλαδή πως «Τίποτε δεν είναι χωρίς ελπίδα, πάντα πρέπει να ελπίζουμε». Συμφορά και ελπίδα. Ανάμεσα στους δύο αυτούς πόλους, ανάμεσα στη συμφορά και στην ελπίδα κινείται η ευρηματική πένα της κ. Κυρμανίδου και, μέσα από ένα σύγχρονο θεραπευτικό παραμύθι με τα γενικά χαρακτηριστικά που περιγράψαμε, προσπαθεί να μας προετοιμάσει ψυχικά και να πολεμήσει τη θλίψη μας.

Η πλοκή εκκινεί αρχικά από ένα απροσδόκητο πρόβλημα που δημιουργείται στην κοινωνία των ζώων: την απώλεια της κορώνας του λιονταριού, του συμβόλου της εξουσίας του βασιλιά τους. Κάτι που συμβαίνει την ίδια στιγμή που στον ανθρώπινο κόσμο αρχίζει η δοκιμασία της πανδημίας του κορωνοϊού.

Η ύπαρξη ενός σοβαρού προβλήματος ταυτόχρονου με τον κορωνοϊό και στον κόσμο των ζώων έχει τη δική της συμβολή στη επίδραση που ασκεί ο μύθος: η καθολικότητα της συμφοράς, η τεχνητή επέκταση παρόμοιων με τα ανθρώπινα προβλημάτων σε όλη την πλάση και στα ζώα, δημιουργεί μια κοινή μοίρα για όλα τα πλάσματα του κόσμου, η οποία  λειτουργεί επίσης παρηγορητικά για το παιδί. Το παιδί θα αισθανθεί ότι σ’ αυτή τη δύσκολη περίοδο η ανθρωπότητα δεν είναι η μόνη που δοκιμάζεται, αλλά ότι μπορεί να μοιράζεται την αγωνία του με τα προσφιλή του ζώα. Μάλιστα, στο σημείο αυτό, η ενότητα των ζώων και η ομόθυμη προσπάθειά τους στην αντιμετώπιση του δικού τους προβλήματος  προσφέρει στο παιδί ένα πολύ διδακτικό παράδειγμα για το πώς πρέπει να λειτουργούμε κι εμείς οι άνθρωποι.

Η επιλογή της πεταλούδας, του συμβόλου που μας υπενθυμίζει την ομορφιάς της φύσης, είναι επίσης εύστοχη: η πεταλούδα είναι αυτή που θα πάει στα παιδιά και θα υποσχεθεί ότι θα πάρει την κορώνα που ταλαιπωρεί τους ανθρώπους και θα την προσφέρει στο λιοντάρι, λύνοντας τελικά όλα τα προβλήματα σε ζώα και ανθρώπους. Είναι αυτή που θα σημάνει την ελπίδα και την υπενθύμιση της αιώνιας επαναφοράς της ζωής και της φύσης, η οποία υπερνικά όλα τα πρόσκαιρα δεινά.

Σε όλη την διάρκεια της εκτύλιξης της πλοκής και παρά τη σοβαρότητα του θέματος η συγγραφέας με σεβασμό στην παιδική ψυχή, περίτεχνα αποφεύγει να δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα τρόμου και τραυματικής ανησυχίας. Καταφέρνει με τη δύναμη αλλά και τη λεπτοτεχνία του λεξιλογίου και του ύφους που επιλέγει να μας πληροφορήσει για τον ζόφο της πανδημίας χωρίς εκφοβισμούς, προσφέροντας  στιγμές ήρεμης συνειδητοποίησης της πραγματικότητας και  βαθύτερου προβληματισμού για το πώς θα ξεπεραστεί η ζοφερή κατάσταση και ποια λογική στάση θα πρέπει να κρατήσουν παιδιά και ενήλικες.

Κάπως έτσι πραγματοποιείται η μετάβαση από το γεγονός της συμφοράς στην προοπτική της ελπίδας, από τις δυσχέρειες  της καθημερινότητας στη λύτρωση που θα μας φέρει το μέλλον. Γιατί υπάρχει μέλλον. Μέλλον που κομίζει η ομορφιά της πεταλούδας και η αιωνιότητα της φύσης, μέλλον που διατρανώνει η απόθεση της ελπίδας στη λύση που μπορεί να προσφέρει στην ανθρωπότητα η θεία παρέμβαση, μέλλον που πηγάζει από την βαθιά αισιοδοξία που καλλιεργεί στην ψυχή μας η θρησκευτική πίστη.

Βαδίζοντας σε δύσκολα, φορτισμένα συναισθηματικά ψυχικά μονοπάτια, η κ. Σωτηρία με την τριβή και την πλούσια και κατεργασμένη εμπειρία της ως συγγραφέας, επαγγελματίας και άνθρωπος, καταφέρνει τελικά να μας δώσει έναν ακόμη τόμο-προσφορά με θέμα ένα σοβαρότατο, σύγχρονο κοινωνικό πρόβλημα, με σκοπό την εκπαίδευση και την ψυχική προετοιμασία παιδιών και ενηλίκων, αξιοποιήσιμο στο σχολείο και στο σπίτι. Και τα καταφέρνει άριστα. Γι’ αυτό και θα πρέπει να τη συγχαρούμε και να την ευχαριστήσουμε θερμά για άλλη μια φορά.

Η Σερραία συγγραφέας Σωτηρία Κυρμανίδου

(Τα παραπάνω κείμενα διαβάστηκαν κατά την παρουσίαση των παραμυθιών, που έγινε στις 3 Οκτωβρίου στο Σιδηρόκαστρο. Τον συντονισμό της εκδήλωσης είχε η δημοσιογράφος Δέσποινα Νικολάκη. Τα βιβλία κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Ανάτυπο και οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να τα αγοράσουν από το βιβλιοπωλείο Γραμμή, καθώς και μέσω εκδοτικού οίκου).

Προηγούμενο άρθροWelcome, October!
Επόμενο άρθροΗ Ευρωπαϊκή Ένωση σε κρίση

ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΡΘΡΑ

error: Δεν επιτρέπεται η αντιγραφή. Ευχαριστούμε.